πινάκιο
•
- μικρός πίνακας Βικιλεξικό
- κουζινικάεπιτραπέζιο σκεύος, συνήθως πήλινο, που χρησιμοποιείται στο σερβίρισμα φαγητού, το πιάτο Βικιλεξικό
- νομικός όροςτο βιβλίο με αριθμημένες και μονογραμμένες από τον προϊστάμενο του δικαστηρίου σελίδες στο οποίο εγγράφονται με τη σειρά οι υποθέσεις που εκδικάζονται στο ακροατήριο σε μία δικάσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πινάκιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πινάκιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πινάκιο | πινάκια |
| Γενική | πινάκιου / πινακίου | πινακίων |
| Αιτιατική | πινάκιο | πινάκια |
| Κλητική | πινάκιο | πινάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →