πινέζα
•
- μικρό μεταλλικό καρφί, με πλατύ επίπεδο, κυλινδρικό ή σφαιρικό κεφάλι, που χρησιμοποιείται για να καρφιτσωθούν ανακοινώσεις, σημειώσεις, φωτογραφίες κλπ. σε πίνακα (συνήθως από φελλό) Βικιλεξικό
- μεταφορικάκοντή γυναίκα ή γενικότερα άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πινέζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική punaise (κοριός) < punais (δύσοσμος, απεχθής) < δημώδης λατινική *pūtināsius < λατινική putidus (αηδιαστικός, του puteo) + nasus (μύτη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πινέζα | πινέζες |
| Γενική | πινέζας | πινεζών |
| Αιτιατική | πινέζα | πινέζες |
| Κλητική | πινέζα | πινέζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →