πινακοθήκη
•
- ζωγραφικήχώρος (μόνιμης) έκθεσης πινάκων ζωγραφικής Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο σύνολο των πινάκων ζωγραφικής που εκτίθενται στον ως άνω χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πινακοθήκη < (αντιδάνειο) λόγιο δάνειο από τη γερμανική Pinakothek < ελληνιστική κοινή πινακοθήκη < αρχαία ελληνική πίναξ, πινακ- + -ο- + -θήκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πινακοθήκη | πινακοθήκες |
| Γενική | πινακοθήκης | πινακοθηκών |
| Αιτιατική | πινακοθήκη | πινακοθήκες |
| Κλητική | πινακοθήκη | πινακοθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →