Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πινδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την Πίνδο ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
    • Όσο αφορά τα συμπλέγματα αυτά να σημειωθεί ότι, τόσο η ιδέα της ενδοωκεάνιας καταβύθισης, όσο και η προέλευσή τους από τον χώρο του πινδικού ωκεανού αμφισβητείται από ορισμένους μελετητές (Aubouin et al. 1970, Zimmerman & Ross 1976), οι οποίοι προτείνουν ότι ο χώρος γένεσης και προέλευσης τους είναι ο ωκεανός του Βαρδάρη που τοποθετείται στα ανατολικά της Πελαγονικής ζώνης. (Κωνσταντίνος Σκουρλής, Κινηματική εξέλιξη του πινδικού καλύμματος, Πανεπιστήμιο Πατρών. Σχολή Θετικών Επιστημών. Τμήμα Γεωλογίας, Πάτρα 2002, σελ. 156:28)

Ετυμολογία

πινδικός < Πίνδος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπινδικόςπινδικήπινδικό
Γενικήπινδικούπινδικήςπινδικού
Αιτιατικήπινδικόπινδικήπινδικό
Κλητικήπινδικέπινδικήπινδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπινδικοίπινδικέςπινδικά
Γενικήπινδικώνπινδικώνπινδικών
Αιτιατικήπινδικούςπινδικέςπινδικά
Κλητικήπινδικοίπινδικέςπινδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →