πινελάρω
•
- βάφω ή απλώνω μια ουσία σε μια επιφάνεια χρησιμοποιώντας πινέλο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςρίχνω άγκυρα με δεμένο σ’ αυτήν ένα πινέλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πινελάρω < πινέλο + -άρω # πινελάρω < πινέλι + -άρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →