πιπερίζω
•
- μεταβατικόβάζω πιπέρι (σε φαγητό κ.λπ.) Βικιλεξικό
- αμετάβατοέχω γεύση πιπεριού, καυστική κι έντονη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιπερίζω < ελληνιστική κοινή πεπερίζω < αρχαία ελληνική πέπερι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιπερίζω | πιπερίζεις | πιπερίζει | πιπερίζουμε | πιπερίζετε | πιπερίζουν / πιπερίζουνε |
| Παρατατικός | πιπέριζα | πιπέριζες | πιπέριζε | πιπερίζαμε | πιπερίζατε | πιπέριζαν / πιπερίζαν / πιπερίζανε |
| Αόριστος | πιπέρισα | πιπέρισες | πιπέρισε | πιπερίσαμε | πιπερίσατε | πιπέρισαν / πιπερίσαν / πιπερίσανε |
| Μέλλοντας | θα πιπερίζω / θα πιπερίσω | θα πιπερίζεις / θα πιπερίσεις | θα πιπερίζει / θα πιπερίσει | θα πιπερίζουμε / θα πιπερίσουμε | θα πιπερίζετε / θα πιπερίσετε | θα πιπερίζουν / θα πιπερίζουνε / θα πιπερίσουν / θα πιπερίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιπερίσει | έχεις πιπερίσει | έχει πιπερίσει | έχουμε πιπερίσει | έχετε πιπερίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιπερίσει | είχες πιπερίσει | είχε πιπερίσει | είχαμε πιπερίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιπερίσει / να πιπερίζω / να πιπερίσω | να έχεις πιπερίσει / να πιπερίζεις / να πιπερίσεις | να έχει πιπερίσει / να πιπερίζει / να πιπερίσει | να έχουμε πιπερίσει / να πιπερίζουμε / να πιπερίσουμε | να έχετε πιπερίσει / να πιπερίζετε / να πιπερίσετε | να πιπερίζουν / να πιπερίζουνε / να πιπερίσουν / να πιπερίσουνε |
| Προστακτική | — | πιπέριζε / πιπέρισε | — | — | πιπερίζετε / πιπερίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →