πιπερόριζα
•
- φυτόπολυετές φυτό με κονδυλώδες ρίζωμα (Zingiber officinale) Βικιλεξικό
- γαστρονομίαη ρίζα του παραπάνω φυτού, που αναδύει πικάντικο λεμονοειδές άρωμα και χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό αλλά και στη φαρμακευτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιπερόριζα < πιπέρι + -ο- + ρίζα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιπερόριζα | πιπερόριζες |
| Γενική | πιπερόριζας | πιπεροριζών |
| Αιτιατική | πιπερόριζα | πιπερόριζες |
| Κλητική | πιπερόριζα | πιπερόριζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →