πιρουνιάζω
•
- προφορικόπιάνω κάτι με πιρούνι, το τσιμπώ, το καρφώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιρουνιάζω < πιρουνιά + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιρουνιάζω | πιρουνιάζεις | πιρουνιάζει | πιρουνιάζουμε | πιρουνιάζετε | πιρουνιάζουν / πιρουνιάζουνε |
| Παρατατικός | πιρούνιαζα | πιρούνιαζες | πιρούνιαζε | πιρουνιάζαμε | πιρουνιάζατε | πιρουνιάζαν / πιρουνιάζανε / πιρούνιαζαν |
| Αόριστος | πιρούνιασα | πιρούνιασες | πιρούνιασε | πιρουνιάσαμε | πιρουνιάσατε | πιρουνιάσαν / πιρουνιάσανε / πιρούνιασαν |
| Μέλλοντας | θα πιρουνιάζω / θα πιρουνιάσω | θα πιρουνιάζεις / θα πιρουνιάσεις | θα πιρουνιάζει / θα πιρουνιάσει | θα πιρουνιάζουμε / θα πιρουνιάσουμε | θα πιρουνιάζετε / θα πιρουνιάσετε | θα πιρουνιάζουν / θα πιρουνιάζουνε / θα πιρουνιάσουν / θα πιρουνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιρουνιάσει | έχεις πιρουνιάσει | έχει πιρουνιάσει | έχουμε πιρουνιάσει | έχετε πιρουνιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιρουνιάσει | είχες πιρουνιάσει | είχε πιρουνιάσει | είχαμε πιρουνιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιρουνιάσει / να πιρουνιάζω / να πιρουνιάσω | να έχεις πιρουνιάσει / να πιρουνιάζεις / να πιρουνιάσεις | να έχει πιρουνιάσει / να πιρουνιάζει / να πιρουνιάσει | να έχουμε πιρουνιάσει / να πιρουνιάζουμε / να πιρουνιάσουμε | να έχετε πιρουνιάσει / να πιρουνιάζετε / να πιρουνιάσετε | να πιρουνιάζουν / να πιρουνιάζουνε / να πιρουνιάσουν / να πιρουνιάσουνε |
| Προστακτική | — | πιρούνιαζε / πιρούνιασε | — | — | πιρουνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πιρουνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →