Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιρουνιάζω

ρήμα
•
  1. προφορικόπιάνω κάτι με πιρούνι, το τσιμπώ, το καρφώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιρουνιάζω < πιρουνιά + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπιρουνιάζωπιρουνιάζειςπιρουνιάζειπιρουνιάζουμεπιρουνιάζετεπιρουνιάζουν / πιρουνιάζουνε
Παρατατικόςπιρούνιαζαπιρούνιαζεςπιρούνιαζεπιρουνιάζαμεπιρουνιάζατεπιρουνιάζαν / πιρουνιάζανε / πιρούνιαζαν
Αόριστοςπιρούνιασαπιρούνιασεςπιρούνιασεπιρουνιάσαμεπιρουνιάσατεπιρουνιάσαν / πιρουνιάσανε / πιρούνιασαν
Μέλλονταςθα πιρουνιάζω / θα πιρουνιάσωθα πιρουνιάζεις / θα πιρουνιάσειςθα πιρουνιάζει / θα πιρουνιάσειθα πιρουνιάζουμε / θα πιρουνιάσουμεθα πιρουνιάζετε / θα πιρουνιάσετεθα πιρουνιάζουν / θα πιρουνιάζουνε / θα πιρουνιάσουν / θα πιρουνιάσουνε
Παρακείμενοςέχω πιρουνιάσειέχεις πιρουνιάσειέχει πιρουνιάσειέχουμε πιρουνιάσειέχετε πιρουνιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πιρουνιάσειείχες πιρουνιάσειείχε πιρουνιάσειείχαμε πιρουνιάσει——
Υποτακτικήνα έχω πιρουνιάσει / να πιρουνιάζω / να πιρουνιάσωνα έχεις πιρουνιάσει / να πιρουνιάζεις / να πιρουνιάσειςνα έχει πιρουνιάσει / να πιρουνιάζει / να πιρουνιάσεινα έχουμε πιρουνιάσει / να πιρουνιάζουμε / να πιρουνιάσουμενα έχετε πιρουνιάσει / να πιρουνιάζετε / να πιρουνιάσετενα πιρουνιάζουν / να πιρουνιάζουνε / να πιρουνιάσουν / να πιρουνιάσουνε
Προστακτική—πιρούνιαζε / πιρούνιασε——πιρουνιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

πιρουνιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →