πιρούνα
•
- γεωργικό εργαλείο με περισσότερες από δύο αιχμές, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών, για την φόρτωση κοπριάς, κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιρούνα < πιρούν(ι) + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιρούνα | πιρούνες |
| Γενική | πιρούνας | πιρουνών |
| Αιτιατική | πιρούνα | πιρούνες |
| Κλητική | πιρούνα | πιρούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →