πισθάγκωνα
•
- με τα χέρια πίσω και με τρόπο που να ενώνονται οι αγκώνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πισθάγκωνα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀπισθάγκωνα (< ὄπισθεν + ἀγκών), με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →