πισσόπανο
•
- το κατραμόπανο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πισσόπανο < πίσσ(α) + -ό- + παν(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πισσόπανο | πισσόπανα |
| Γενική | πισσόπανου | πισσόπανων |
| Αιτιατική | πισσόπανο | πισσόπανα |
| Κλητική | πισσόπανο | πισσόπανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →