πιστάκη
•
- αρχαιοπρεπέςόρος για το δέντρο πιστακία που παράγει: μαστίχα, ο σκίνος (Pistacia lentiscus) και ειδικότερα το μαστιχόδενδρο (Pistacia lentiscus, var. chia) φιστίκι, η φιστικιά (Pistacia vera) και πολλά άλλα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: πιστακιά (για διάφορα είδη του γένους)
Ετυμολογία
πιστάκη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πιστάκη. Δείτε και φιστίκι.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →