Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιστακιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήη φιστικιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιστακιά < πιστάκη + -ιά < ελληνιστική κοινή πιστάκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιστακιάπιστακιές
Γενικήπιστακιάςπιστακιών
Αιτιατικήπιστακιάπιστακιές
Κλητικήπιστακιάπιστακιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →