Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιστοληπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον πιστολήπτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιστοληπτικός < πιστολήπτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιστοληπτικόςπιστοληπτικήπιστοληπτικό
Γενικήπιστοληπτικούπιστοληπτικήςπιστοληπτικού
Αιτιατικήπιστοληπτικόπιστοληπτικήπιστοληπτικό
Κλητικήπιστοληπτικέπιστοληπτικήπιστοληπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιστοληπτικοίπιστοληπτικέςπιστοληπτικά
Γενικήπιστοληπτικώνπιστοληπτικώνπιστοληπτικών
Αιτιατικήπιστοληπτικούςπιστοληπτικέςπιστοληπτικά
Κλητικήπιστοληπτικοίπιστοληπτικέςπιστοληπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →