πιστολιά
•
- πυροβολισμός που ρίχνει κάποιος με πιστόλι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο ήχος του πυροβολισμού με πιστόλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιστολιά < μεσαιωνική ελληνική πιστολιά / μπιστολιά < ιταλική pistola < γαλλική pistole < τσεχική píšťala < πρωτοσλαβική *piščalь < *piskati
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιστολιά | πιστολιές |
| Γενική | πιστολιάς | πιστολιών |
| Αιτιατική | πιστολιά | πιστολιές |
| Κλητική | πιστολιά | πιστολιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →