πιστοποιούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος πιστοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιστοποιούμαι | πιστοποιείσαι | πιστοποιείται | πιστοποιούμαστε | πιστοποιείστε | πιστοποιούνται |
| Παρατατικός | πιστοποιούμουν | πιστοποιούσουν | πιστοποιούνταν | πιστοποιούμασταν / πιστοποιούμαστε | πιστοποιούσασταν / πιστοποιούσαστε | πιστοποιούνταν |
| Αόριστος | πιστοποιήθηκα | πιστοποιήθηκες | πιστοποιήθηκε | πιστοποιηθήκαμε | πιστοποιηθήκατε | πιστοποιήθηκαν / πιστοποιηθήκαν / πιστοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα πιστοποιηθώ / θα πιστοποιούμαι | θα πιστοποιείσαι / θα πιστοποιηθείς | θα πιστοποιείται / θα πιστοποιηθεί | θα πιστοποιηθούμε / θα πιστοποιούμαστε | θα πιστοποιείστε / θα πιστοποιηθείτε | θα πιστοποιηθούν / θα πιστοποιηθούνε / θα πιστοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω πιστοποιηθεί | έχεις πιστοποιηθεί | έχει πιστοποιηθεί | έχουμε πιστοποιηθεί | έχετε πιστοποιηθεί | έχουν πιστοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιστοποιηθεί | είχες πιστοποιηθεί | είχε πιστοποιηθεί | είχαμε πιστοποιηθεί | είχατε πιστοποιηθεί | είχαν πιστοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω πιστοποιηθεί / να πιστοποιηθώ / να πιστοποιούμαι | να έχεις πιστοποιηθεί / να πιστοποιείσαι / να πιστοποιηθείς | να έχει πιστοποιηθεί / να πιστοποιείται / να πιστοποιηθεί | να έχουμε πιστοποιηθεί / να πιστοποιηθούμε / να πιστοποιούμαστε | να έχετε πιστοποιηθεί / να πιστοποιείστε / να πιστοποιηθείτε | να έχουν πιστοποιηθεί / να πιστοποιηθούν / να πιστοποιηθούνε / να πιστοποιούνται |
| Προστακτική | — | πιστοποιήσου | — | — | πιστοποιείστε / πιστοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →