πιστοποιώ
•
- βεβαιώνω (ενδεχομένως και με την έκδοση ειδικού εγγράφου) για την αλήθεια ή την πιστότητα κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιστοποιώ < ελληνιστική κοινή πιστοποιέω / πιστοποιῶ < αρχαία ελληνική πίστις + ποιέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιστοποιώ | πιστοποιείς | πιστοποιεί | πιστοποιούμε | πιστοποιείτε | πιστοποιούν / πιστοποιούνε |
| Παρατατικός | πιστοποιούσα | πιστοποιούσες | πιστοποιούσε | πιστοποιούσαμε | πιστοποιούσατε | πιστοποιούσαν / πιστοποιούσανε |
| Αόριστος | πιστοποίησα | πιστοποίησες | πιστοποίησε | πιστοποιήσαμε | πιστοποιήσατε | πιστοποίησαν / πιστοποιήσαν / πιστοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα πιστοποιήσω / θα πιστοποιώ | θα πιστοποιήσεις / θα πιστοποιείς | θα πιστοποιήσει / θα πιστοποιεί | θα πιστοποιήσουμε / θα πιστοποιούμε | θα πιστοποιήσετε / θα πιστοποιείτε | θα πιστοποιήσουν / θα πιστοποιήσουνε / θα πιστοποιούν / θα πιστοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω πιστοποιήσει | έχεις πιστοποιήσει | έχει πιστοποιήσει | έχουμε πιστοποιήσει | έχετε πιστοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιστοποιήσει | είχες πιστοποιήσει | είχε πιστοποιήσει | είχαμε πιστοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιστοποιήσει / να πιστοποιήσω / να πιστοποιώ | να έχεις πιστοποιήσει / να πιστοποιήσεις / να πιστοποιείς | να έχει πιστοποιήσει / να πιστοποιήσει / να πιστοποιεί | να έχουμε πιστοποιήσει / να πιστοποιήσουμε / να πιστοποιούμε | να έχετε πιστοποιήσει / να πιστοποιήσετε / να πιστοποιείτε | να πιστοποιήσουν / να πιστοποιήσουνε / να πιστοποιούν / να πιστοποιούνε |
| Προστακτική | — | πιστοποίει / πιστοποίησε | — | — | πιστοποιήστε / πιστοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →