πιστωτής
•
- οικονομίαπρόσωπο ή εταιρία στην οποία χρωστά κάποιος, μετά από την παροχή υπηρεσιών, αγαθών, ή χρημάτων χωρίς άμεση ανταμοιβή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιστωτής < πιστώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιστωτής | πιστωτές |
| Γενική | πιστωτή | πιστωτών |
| Αιτιατική | πιστωτή | πιστωτές |
| Κλητική | πιστωτή | πιστωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →