Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιστότερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πιο πιστός, πιο ακριβής με την έννοια ότι δεν προδίδει κάτι (π.χ. το αρχικό κείμενο, το πρωτότυπο ενός έργου) Βικιλεξικό
    • Λυπάμαι, η μακέτα είναι καλή αλλά εγώ θα ήθελα μια πιστότερη αναπαράσταση.
    • Είναι πιστότερη μετάφραση, όμως, χάνει και πάλι το ύφος του Πόε
  2. για έμψυχαπιο πιστός Βικιλεξικό
    • Ο σκύλος είναι πιστότερο ζώο από τη γάτα

Ετυμολογία

πιστότερος < πιστ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του πιστός. Δείτε και το αρχαίο πιστότερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιστότεροςπιστότερηπιστότερο
Γενικήπιστότερουπιστότερηςπιστότερου
Αιτιατικήπιστότεροπιστότερηπιστότερο
Κλητικήπιστότερεπιστότερηπιστότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιστότεροιπιστότερεςπιστότερα
Γενικήπιστότερωνπιστότερωνπιστότερων
Αιτιατικήπιστότερουςπιστότερεςπιστότερα
Κλητικήπιστότεροιπιστότερεςπιστότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →