πιστότερος
•
- που είναι πιο πιστός, πιο ακριβής με την έννοια ότι δεν προδίδει κάτι (π.χ. το αρχικό κείμενο, το πρωτότυπο ενός έργου) Βικιλεξικό
- Λυπάμαι, η μακέτα είναι καλή αλλά εγώ θα ήθελα μια πιστότερη αναπαράσταση.
- Είναι πιστότερη μετάφραση, όμως, χάνει και πάλι το ύφος του Πόε
- για έμψυχαπιο πιστός Βικιλεξικό
- Ο σκύλος είναι πιστότερο ζώο από τη γάτα
Ετυμολογία
πιστότερος < πιστ-ότερος, συγκριτικός βαθμός του πιστός. Δείτε και το αρχαίο πιστότερος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιστότερος | πιστότερη | πιστότερο |
| Γενική | πιστότερου | πιστότερης | πιστότερου |
| Αιτιατική | πιστότερο | πιστότερη | πιστότερο |
| Κλητική | πιστότερε | πιστότερη | πιστότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιστότεροι | πιστότερες | πιστότερα |
| Γενική | πιστότερων | πιστότερων | πιστότερων |
| Αιτιατική | πιστότερους | πιστότερες | πιστότερα |
| Κλητική | πιστότεροι | πιστότερες | πιστότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →