Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πισωκάπουλα

επίρρημα
•
  1. το να κάθεται κάποιος στο υποζύγιο, όχι στο σαμάρι, αλλά πίσω απ’ αυτό, πάνω στα καπούλια / στους γοφούς του ζώου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πισωκάπουλα < μεσαιωνική ελληνική πισωκάπουλα < πίσω + καπούλι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →