πισωπεταλιά
•
- το να κάνει κάποιος πεταλιά προς τα πίσω Βικιλεξικό
- οπισθοπορεία, ανάποδη πορεία Βικιλεξικό
- Το έργο είναι γραμμένο πισωπεταλιά. Η πρώτη σκηνή του, δηλαδή, είναι χρονικά τοποθετημένη την άνοιξη του 1977 και η τελευταία τον χειμώνα του 1968. (*)
Ετυμολογία
πισωπεταλιά < πίσω + πεταλιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πισωπεταλιά | πισωπεταλιές |
| Γενική | πισωπεταλιάς | πισωπεταλιών |
| Αιτιατική | πισωπεταλιά | πισωπεταλιές |
| Κλητική | πισωπεταλιά | πισωπεταλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →