Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πισώπλατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται ή συμβαίνει πισώπλατα Βικιλεξικό
    • Αρκούσαν λίγα δευτερόλεπτα για να μου καταφέρει ο μπαμπέσης το προσχεδιασμένο πισώπλατο χτύπημά του. (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

πισώπλατος < πισώπλατα + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπισώπλατοςπισώπλατηπισώπλατο
Γενικήπισώπλατουπισώπλατηςπισώπλατου
Αιτιατικήπισώπλατοπισώπλατηπισώπλατο
Κλητικήπισώπλατεπισώπλατηπισώπλατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπισώπλατοιπισώπλατεςπισώπλατα
Γενικήπισώπλατωνπισώπλατωνπισώπλατων
Αιτιατικήπισώπλατουςπισώπλατεςπισώπλατα
Κλητικήπισώπλατοιπισώπλατεςπισώπλατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →