πιτζάμα
•
- ενδυμασίατο ένδυμα, συνήθως βαμβακερό, που φοριέται για τον ύπνο ή πρόχειρα μέσα στο σπίτι Βικιλεξικό
- Είπε να φορέσει τις πιτζάμες του κι άρχισε να γδύνεται. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)
- Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/345888_proto-brady-toy-kalokairioy)
Ετυμολογία
πιτζάμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pigiama < γαλλική pyjama (ή από την αγγλική pyjamas στον πληθυντικό, ΗΠΑ: pajamas ) < προέλευσης από τη γλώσσα ούρντου / χίντι < περσική → και δείτε τη λέξη pyjamas
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιτζάμα | πιτζάμες |
| Γενική | πιτζάμας | πιτζαμών |
| Αιτιατική | πιτζάμα | πιτζάμες |
| Κλητική | πιτζάμα | πιτζάμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →