πιτσαρία
•
- το μαγαζί που παρασκευάζει και εμπορεύεται κατεξοχήν πίτσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιτσαρία < πίτσα + -αρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιτσαρία | πιτσαρίες |
| Γενική | πιτσαρίας | πιτσαριών |
| Αιτιατική | πιτσαρία | πιτσαρίες |
| Κλητική | πιτσαρία | πιτσαρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →