πιτσουνάκι
•
- το μικρό, νεαρό περιστεράκι Βικιλεξικό
- προσφώνησηη προσφώνηση μεταξύ ερωτευμένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιτσουνάκι < πιτσούν(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιτσουνάκι | πιτσουνάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | πιτσουνάκι | πιτσουνάκια |
| Κλητική | πιτσουνάκι | πιτσουνάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →