Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιττάκιο

/piˈta.ci.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. απαρχαιωμένοεπιστολή, γραπτό μήνυμα Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςαρχιερατική ή πατριαρχική επιστολή σχετική με την μεταβολή της διοικητικής κατάστασης προσώπου του κλήρου (την προαγωγή, τη διάκριση ή την τιμωρία του) Βικιλεξικό
    • Ἐφ'ὦ ἀσμένως ἀνακοινούμενοι διά τοῦ παρόντος Πατριαρχικοῦ ἡμῶν εὐχετικοῧ πιττακίου (Πιττάκιο (αντίγραφο) από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης βλ. 24/7/2008, 08.26 https://www.searchculture.gr/aggregator/edm/LEMMTH/000043-11533_9925)

Ετυμολογία

πιττάκιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πιττάκιον, άγνωστης ετυμολογίας.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιττάκιιπιττάκιια
Γενικήπιττακιίουπιττακιίων
Αιτιατικήπιττάκιιπιττάκιια
Κλητικήπιττάκιιπιττάκιια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →