πιττάκιο
•
- απαρχαιωμένοεπιστολή, γραπτό μήνυμα Βικιλεξικό
- νομικός όροςαρχιερατική ή πατριαρχική επιστολή σχετική με την μεταβολή της διοικητικής κατάστασης προσώπου του κλήρου (την προαγωγή, τη διάκριση ή την τιμωρία του) Βικιλεξικό
- Ἐφ'ὦ ἀσμένως ἀνακοινούμενοι διά τοῦ παρόντος Πατριαρχικοῦ ἡμῶν εὐχετικοῧ πιττακίου (Πιττάκιο (αντίγραφο) από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης βλ. 24/7/2008, 08.26 https://www.searchculture.gr/aggregator/edm/LEMMTH/000043-11533_9925)
Ετυμολογία
πιττάκιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πιττάκιον, άγνωστης ετυμολογίας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιττάκιι | πιττάκιια |
| Γενική | πιττακιίου | πιττακιίων |
| Αιτιατική | πιττάκιι | πιττάκιια |
| Κλητική | πιττάκιι | πιττάκιια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →