πιτυριδικός
•
- που έχει σχέση με πιτυρίδα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιτυριδικός < πιτυρίδα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιτυριδικός | πιτυριδική | πιτυριδικό |
| Γενική | πιτυριδικού | πιτυριδικής | πιτυριδικού |
| Αιτιατική | πιτυριδικό | πιτυριδική | πιτυριδικό |
| Κλητική | πιτυριδικέ | πιτυριδική | πιτυριδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιτυριδικοί | πιτυριδικές | πιτυριδικά |
| Γενική | πιτυριδικών | πιτυριδικών | πιτυριδικών |
| Αιτιατική | πιτυριδικούς | πιτυριδικές | πιτυριδικά |
| Κλητική | πιτυριδικοί | πιτυριδικές | πιτυριδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →