Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιτυριδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πιτυρίδα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιτυριδικός < πιτυρίδα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιτυριδικόςπιτυριδικήπιτυριδικό
Γενικήπιτυριδικούπιτυριδικήςπιτυριδικού
Αιτιατικήπιτυριδικόπιτυριδικήπιτυριδικό
Κλητικήπιτυριδικέπιτυριδικήπιτυριδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιτυριδικοίπιτυριδικέςπιτυριδικά
Γενικήπιτυριδικώνπιτυριδικώνπιτυριδικών
Αιτιατικήπιτυριδικούςπιτυριδικέςπιτυριδικά
Κλητικήπιτυριδικοίπιτυριδικέςπιτυριδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →