πλάβα
•
- πλατυπύθμενη βάρκα κατάλληλη για λίμνες / ποτάμια με ρηχά νερά (ονομασία σε χρήση στη Μακεδονία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλάβα < βουλγαρική plavati
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάβα | πλάβες |
| Γενική | πλάβας | πλαβών |
| Αιτιατική | πλάβα | πλάβες |
| Κλητική | πλάβα | πλάβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →