Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλάι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αριστερή ή δεξιά πλευρά ενός πράγματος σε αντίθεση με την εμπρόσθια ή την οπίσθια Βικιλεξικό
  2. στο πλάι κάποιου: δίπλα του και υποστηρίζοντάς τον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλάι < πλάγιν < αρχαία ελληνική πλάγιον (ουδέτερο του επιθ. πλάγιος)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πλάι

επίρρημα, ουδέτερο
•
  1. τοπικάπαραπλεύρως, δίπλα, κολλητά Βικιλεξικό
    • Στη θαλασσιά τόκα της ήτανε μπηγμένη μια αιγκρέτα, όχι όρθια, λοξά, στο πλάι. (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, 1962)
    • Τα θρανία τους είναι πλάι-πλάι
    • Κάτσε πλάι μου
  2. δίπλα (με την μεταφορική έννοια της υποστήριξης) Βικιλεξικό
    • "Θα σταθούμε πλάι σου ό,τι και να γίνει"
    • Θα τα καταφέρουμε αν μείνουμε ο ένας πλάι στον άλλο"
  3. συγκριτικά με Βικιλεξικό
    • "Δεν είναι πολύ ψηλός, αλλά πλάι στον αδελφό του μοιάζει γίγαντας"

Ετυμολογία

πλάι < πλάγιν < αρχαία ελληνική πλάγιον (ουδέτερο του επιθ. πλάγιος)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →