πλάνη
•
- η λανθασμένη γνώμη, η πίστη σε κάτι ψευδές Βικιλεξικό
- πέφτω σε πλάνη
- Άξαφνα ανοίγει ένα παράθυρο. Ο κρότος του νου φάνηκε πως με ξύπνησε από ένα ωραίο όνειρο σε μιαν άσχημη ζωή. Είχα καταλάβει πια την πλάνη μου. Στο σπίτι μας δεν άνοιγαν ποτέ έτσι τα παράθυρα αν χτυπούσε η πόρτα. (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)
- νομικός όροςδικαστική πλάνη Βικιλεξικό
- εργαλείο για την λείανση ξύλινων επιφανειών, το ροκάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλάνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλάνη < πλανάω :* για τη δικαστική πλάνη < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική erreur judiciaire
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάνη | πλάνες |
| Γενική | πλάνης | πλανών |
| Αιτιατική | πλάνη | πλάνες |
| Κλητική | πλάνη | πλάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →