πλάστιγγα
•
- το πιάτο (ή ο δίσκος) της ζυγαριάς Βικιλεξικό
- είδος ζυγαριάς για ογκώδη ή βαριά αντικείμενα που έχει μόνο μία πλάστιγγα και η ζύγιση γίνεται μέσω μηχανισμού Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια την τελική έκβαση μιας αμφίρροπης υπόθεσης Βικιλεξικό
- όλοι αναρωτιούνται για το προς τα πού θα γείρει τελικά η πλάστιγγα των εσωκομματικών εκλογών (αναρωτιούνται ποιος θα τις κερδίσει)
Ετυμολογία
πλάστιγγα < αρχαία ελληνική πλάστιγξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάστιγγα | πλάστιγγες |
| Γενική | πλάστιγγας | πλαστιγγών |
| Αιτιατική | πλάστιγγα | πλάστιγγες |
| Κλητική | πλάστιγγα | πλάστιγγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →