πλέθρο
•
- αρχαιοελληνική μονάδα μέτρησης του μήκους (29,57 μ, ίση με τον 1/6 του σταδίου ή με 100 πόδες) Βικιλεξικό
- αρχαιοελληνική μονάδα μέτρησης του εμβαδού (874,38 μ²) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλέθρο < αρχαία ελληνική πλέθρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλέθρο | πλέθρα |
| Γενική | πλέθρου | πλέθρων |
| Αιτιατική | πλέθρο | πλέθρα |
| Κλητική | πλέθρο | πλέθρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →