πλένομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος πλένω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλένομαι | πλένεσαι | πλένεται | πλενόμαστε | πλένεστε | πλένονται |
| Παρατατικός | πλενόμουν / πλενόμουνα | πλενόσουν / πλενόσουνα | πλενόταν / πλενότανε | πλενόμασταν / πλενόμαστε | πλενόσασταν / πλενόσαστε | πλένονταν / πλενόντουσαν |
| Αόριστος | πλύθηκα | πλύθηκες | πλύθηκε | πλυθήκαμε | πλυθήκατε | πλυθήκαν / πλυθήκανε / πλύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα πλένομαι / θα πλυθώ | θα πλένεσαι / θα πλυθείς | θα πλένεται / θα πλυθεί | θα πλενόμαστε / θα πλυθούμε | θα πλένεστε / θα πλυθείτε | θα πλένονται / θα πλυθούν / θα πλυθούνε |
| Παρακείμενος | έχω πλυθεί | έχεις πλυθεί | έχει πλυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλυθεί | είχες πλυθεί | είχε πλυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλυθεί / να πλένομαι / να πλυθώ | να έχεις πλυθεί / να πλένεσαι / να πλυθείς | να έχει πλυθεί / να πλένεται / να πλυθεί | να πλενόμαστε / να πλυθούμε | να πλένεστε / να πλυθείτε | να πλένονται / να πλυθούν / να πλυθούνε |
| Προστακτική | — | πλένου / πλύσου | — | — | πλένεστε / πλυθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →