πλέχτουρο
•
- Ορθογώνιος μακρόστενος ογκόλιθος. Χρησίμευε κυρίως ως δοκάρι στο χτίσιμο μεγαλιθικών κατασκευών. Βικιλεξικό
- Όταν έσκαψε για τα θεμέλια του σπιτιού του και βρήκε πλέχτουρα από το κάστρο του Οιτύλου έλεγε ότι: «Η Παναγία μου ’δωσε την γη, η Παναγία μου ’δωσε και τις πέτρες να χτίσω το σπίτι μου», και έσπαγε τα πλέχτουρα και έχτιζε το σπίτι του.
Ετυμολογία
* Μάλλον από το πλέκω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →