πλήμμη
•
- εκεί που φτάνει το χειμερινό κύμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλήμμη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλήμμη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
πλήμμη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλήμμη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →