πλήρωμα του χρόνου
•
- η κατάλληλη στιγμή Βικιλεξικό
- Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου για να δώσεις αυτά πού χρωστάς.
- Για τον τάδε, ήγκικεν το πλήρωμα του χρόνου, είναι η ευκαιρία να αποδείξει τι αξίζει.
- εκκλησιαστικός όροςη συντέλεια του κόσμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλήρωμα του χρόνου < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πλήρωμα τοῦ χρόνου → δείτε πλήρωμα και χρόνος.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →