Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλαγίαυλος

/plaˈʝi.a.vlos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μουσικό όργανοκάθε είδος φλάουτου που παίζεται πλάγια Βικιλεξικό
  2. μουσικό όργανοτο σύγχρονο φλάουτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλαγίαυλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλαγίαυλος < πλαγί- + αὐλός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλαγίαυλοςπλαγίαυλοι
Γενικήπλαγίαυλουπλαγίαυλων
Αιτιατικήπλαγίαυλοπλαγίαυλους
Κλητικήπλαγίαυλεπλαγίαυλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →