πλαγγόνα
•
- η (κέρινη) κούκλα Βικιλεξικό
- Τα ἐνδύουν λοιπὸν μὲ κἄτι ζωηρὰ χρώματα κτυπῶντα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ σχηματίζουν κομψὰς πλαγγόνας μὲ σκούφιας ἰδιοτρόπους, μὲ φουστανάκια ἔχοντα σκωτικὰς πτυχάς, μὲ κνήμας γυμνὰς καὶ γυμνούς βραχίονας, μὲ ταινίας ἀγνοῶ πῶς περιερραμμένας
- Ο Κωστής όλο σκούπιζε τον ιδρώτα του λαιμού· η Μαρία στεκόταν σαν ανέκφραστη πλαγγόνα.
- Μία πλαγγόνα, δηλαδή μια πήλινη κούκλα, επέλεξαν να μας παρουσιάσουν ως «Έκθεμα του Μήνα» για τον Ιούλιο το Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας και η ΛΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Πρέβεζας-Άρτας, σε βίντεο που φιλοξενείται στη σελίδα του Μουσείου στο facebook. Οι πλαγγόνες ήταν αγαπημένο παιχνίδι των κοριτσιών στην αρχαία Αμβρακία, και όχι μόνο. Παριστάνουν κυρίως γυναικείες μορφές με ιδιαίτερη κόμμωση και ενδυμασία.
Ετυμολογία
πλαγγόνα < αρχαία ελληνική πλαγγών
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαγγόνα | πλαγγόνες |
| Γενική | πλαγγόνας | πλαγγόνων |
| Αιτιατική | πλαγγόνα | πλαγγόνες |
| Κλητική | πλαγγόνα | πλαγγόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →