Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλάγια

/ˈpla.ʝi.os/ουσιαστικό
•
  1. το πλαϊνό μέρος, το πλάι Βικιλεξικό
    • τον χτύπησε στα πλάγια

Ετυμολογία

πλάγια :* για το επίρρημα < πλάγι(ος) + -α :* για το ουσιαστικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πλάγιος στον πληθυντικό

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πλαγιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οποιαδήποτε πλευρά φυσικού υψώματος (λόφου, βουνού κλπ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλαγιά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλαγιάπλαγιές
Γενικήπλαγιάςπλαγιών
Αιτιατικήπλαγιάπλαγιές
Κλητικήπλαγιάπλαγιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πλαγία

επίθετο
•
  1. λόγια εκφορά του θηλυκού του επιθέτου πλάγιος Βικιλεξικό
    • Έφερε το συμφέρον για εκείνον αποτέλεσμα δια της πλαγίας οδού

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πλάγια

/ˈpla.ʝi.os/επίρρημα
•
  1. με έμμεσο, μη ευθύ τρόπο Βικιλεξικό
    • Του το έφερε πλάγια, με τρόπο, για να μην έρθουν σε αντιπαράθεση.
    • άλλες μορφές: πλαγίως (λογιότερο)

Ετυμολογία

πλάγια :* για το επίρρημα < πλάγι(ος) + -α :* για το ουσιαστικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πλάγιος στον πληθυντικό

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →