πλαγιοδρομία
•
- ναυτικός όροςη κατεύθυνση κίνησης ενός ιστιοπλοϊκού σκάφους όταν έχει τον άνεμο κάθετο στην κατεύθυνση προς την οποία κινείται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαγιοδρομία (μαρτυρείται από το 1887) < πλαγιοδρομ(ώ} + -ία < πλαγιο- + δρομ- (< δρόμος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαγιοδρομία | πλαγιοδρομίες |
| Γενική | πλαγιοδρομίας | πλαγιοδρομιών |
| Αιτιατική | πλαγιοδρομία | πλαγιοδρομίες |
| Κλητική | πλαγιοδρομία | πλαγιοδρομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →