πλαγιομετωπικός
•
- συνήθως για σύγκρουση οχημάτων, αλλά και για φορά ανέμων Βικιλεξικό
- Οι δρομείς είχαν δυστυχώς πλαγιομετωπικό τον άνεμο...
- μεταφορικάγια τρόπο αντιπαράθεσης που δεν είναι μετωπικά συγκρουσιακός, αλλά ούτε και ήπιος, απεναντίας προκαλεί μεγάλες φθορές από το πλαϊνά αλλά -τελικά- και μετωπικά (από μπροστά, άμεσα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαγιομετωπικός < πλάγιος + μετωπικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαγιομετωπικός | πλαγιομετωπική | πλαγιομετωπικό |
| Γενική | πλαγιομετωπικού | πλαγιομετωπικής | πλαγιομετωπικού |
| Αιτιατική | πλαγιομετωπικό | πλαγιομετωπική | πλαγιομετωπικό |
| Κλητική | πλαγιομετωπικέ | πλαγιομετωπική | πλαγιομετωπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαγιομετωπικοί | πλαγιομετωπικές | πλαγιομετωπικά |
| Γενική | πλαγιομετωπικών | πλαγιομετωπικών | πλαγιομετωπικών |
| Αιτιατική | πλαγιομετωπικούς | πλαγιομετωπικές | πλαγιομετωπικά |
| Κλητική | πλαγιομετωπικοί | πλαγιομετωπικές | πλαγιομετωπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →