Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλαγιομετωπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνήθως για σύγκρουση οχημάτων, αλλά και για φορά ανέμων Βικιλεξικό
    • Οι δρομείς είχαν δυστυχώς πλαγιομετωπικό τον άνεμο...
  2. μεταφορικάγια τρόπο αντιπαράθεσης που δεν είναι μετωπικά συγκρουσιακός, αλλά ούτε και ήπιος, απεναντίας προκαλεί μεγάλες φθορές από το πλαϊνά αλλά -τελικά- και μετωπικά (από μπροστά, άμεσα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλαγιομετωπικός < πλάγιος + μετωπικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλαγιομετωπικόςπλαγιομετωπικήπλαγιομετωπικό
Γενικήπλαγιομετωπικούπλαγιομετωπικήςπλαγιομετωπικού
Αιτιατικήπλαγιομετωπικόπλαγιομετωπικήπλαγιομετωπικό
Κλητικήπλαγιομετωπικέπλαγιομετωπικήπλαγιομετωπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλαγιομετωπικοίπλαγιομετωπικέςπλαγιομετωπικά
Γενικήπλαγιομετωπικώνπλαγιομετωπικώνπλαγιομετωπικών
Αιτιατικήπλαγιομετωπικούςπλαγιομετωπικέςπλαγιομετωπικά
Κλητικήπλαγιομετωπικοίπλαγιομετωπικέςπλαγιομετωπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →