πλαγκτόν
•
- βιολογίαμικροσκοπικοί φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί διαφόρων μεγεθών που ζουν στην στην επιφάνεια θαλάσσιων οικοσυστημάτατων, όπου αποτελούν την βάση της τροφικής αλυσίδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαγκτόν < λόγιο ενδογενές δάνειο: < γερμανική Plankton ή (αντιδάνειο) < γαλλική plancton < γερμανική Plankton < και τα δύο: ουδέτερο πλαγκτόν για την αρχαία ελληνική πλαγκτός (που πλέει άστατα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαγκτόν | — |
| Γενική | πλαγκτού | — |
| Αιτιατική | πλαγκτόν | — |
| Κλητική | πλαγκτόν | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →