πλαισιώνω
•
- τοποθετώ κάτι γύρω από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
- βρίσκομαι γύρω από κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- για ανθρώπουςεργάζομαι ή δρω σαν συνεργάτης ή βοηθός κάποιου άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαισιώνω < αρχαία ελληνικήπλαίσιον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλαισιώνω | πλαισιώνεις | πλαισιώνει | πλαισιώνουμε | πλαισιώνετε | πλαισιώνουν / πλαισιώνουνε |
| Παρατατικός | πλαισίωνα | πλαισίωνες | πλαισίωνε | πλαισιώναμε | πλαισιώνατε | πλαισίωναν / πλαισιώναν / πλαισιώνανε |
| Αόριστος | πλαισίωσα | πλαισίωσες | πλαισίωσε | πλαισιώσαμε | πλαισιώσατε | πλαισίωσαν / πλαισιώσαν / πλαισιώσανε |
| Μέλλοντας | θα πλαισιώνω / θα πλαισιώσω | θα πλαισιώνεις / θα πλαισιώσεις | θα πλαισιώνει / θα πλαισιώσει | θα πλαισιώνουμε / θα πλαισιώσουμε | θα πλαισιώνετε / θα πλαισιώσετε | θα πλαισιώνουν / θα πλαισιώνουνε / θα πλαισιώσουν / θα πλαισιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλαισιώσει | έχεις πλαισιώσει | έχει πλαισιώσει | έχουμε πλαισιώσει | έχετε πλαισιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλαισιώσει | είχες πλαισιώσει | είχε πλαισιώσει | είχαμε πλαισιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλαισιώσει / να πλαισιώνω / να πλαισιώσω | να έχεις πλαισιώσει / να πλαισιώνεις / να πλαισιώσεις | να έχει πλαισιώσει / να πλαισιώνει / να πλαισιώσει | να έχουμε πλαισιώσει / να πλαισιώνουμε / να πλαισιώσουμε | να έχετε πλαισιώσει / να πλαισιώνετε / να πλαισιώσετε | να πλαισιώνουν / να πλαισιώνουνε / να πλαισιώσουν / να πλαισιώσουνε |
| Προστακτική | — | πλαισίωνε / πλαισίωσε | — | — | πλαισιώνετε / πλαισιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →