πλακέτα
•
- μικρό ορθογώνιο, επίπεδο αντικείμενο συνήθως από σκληρό υλικό, στο οποίο συνηθίζεται να υπάρχει κάποια επιγραφή Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίααντικείμενο το οποίο χρησιμοποιείται για να συναρμολογούνται επάνω του ηλεκτρονικά εξαρτήματα Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίατο παραπάνω αντικείμενο με τα υλικά συναρμολογημένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλακέτα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλακέτα | πλακέτες |
| Γενική | πλακέτας | πλακετών |
| Αιτιατική | πλακέτα | πλακέτες |
| Κλητική | πλακέτα | πλακέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →