Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλακατζίδικος

/pla.kaˈd͡zi.ði.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου προκαλεί γέλιο, που διασκεδάζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλακατζίδικος < πλακατζ(ής) + -ίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλακατζίδικοςπλακατζίδικηπλακατζίδικο
Γενικήπλακατζίδικουπλακατζίδικηςπλακατζίδικου
Αιτιατικήπλακατζίδικοπλακατζίδικηπλακατζίδικο
Κλητικήπλακατζίδικεπλακατζίδικηπλακατζίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλακατζίδικοιπλακατζίδικεςπλακατζίδικα
Γενικήπλακατζίδικωνπλακατζίδικωνπλακατζίδικων
Αιτιατικήπλακατζίδικουςπλακατζίδικεςπλακατζίδικα
Κλητικήπλακατζίδικοιπλακατζίδικεςπλακατζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →