Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλακουτσωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοπεπλατυσμένος, σχετικά πλατύς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλακουτσωτός < πλατσουκωτός < πλατσουκώνω / πλακουτσώνω < πλατύς. Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης στο Ετυμολογικό Λεξικό του προτείνει: < πλακουτσός < πλάκα + κουτσός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλακουτσωτόςπλακουτσωτήπλακουτσωτό
Γενικήπλακουτσωτούπλακουτσωτήςπλακουτσωτού
Αιτιατικήπλακουτσωτόπλακουτσωτήπλακουτσωτό
Κλητικήπλακουτσωτέπλακουτσωτήπλακουτσωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλακουτσωτοίπλακουτσωτέςπλακουτσωτά
Γενικήπλακουτσωτώνπλακουτσωτώνπλακουτσωτών
Αιτιατικήπλακουτσωτούςπλακουτσωτέςπλακουτσωτά
Κλητικήπλακουτσωτοίπλακουτσωτέςπλακουτσωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →