πλακόστρωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλακοστρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλακόστρωση < πλάκ(α) + -ο- + στρώση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική dallage)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλακόστρωση | πλακοστρώσεις |
| Γενική | πλακόστρωσης | πλακοστρώσεων |
| Αιτιατική | πλακόστρωση | πλακοστρώσεις |
| Κλητική | πλακόστρωση | πλακοστρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →