πλακώνομαι
•
- σκεπάζομαι, καλύπτομαι ή συνθλίβομαι από κάτι Βικιλεξικό
- Στον σεισμό, έπεσε το σπίτι και πλακώθηκαν τρία άτομα μέσα σ' αυτό.
- μεταφορικάκαβγαδίζω ή δέρνομαι προκαλώντας πολύ θόρυβο Βικιλεξικό
- Μέσα στο γήπεδο, πλακώθηκαν μεταξύ τους συμπαίκτες και καλοί φίλοι.
- μεταφορικάκάνω κάτι κατά τρόπο υπερβολικό, πέφτω με τα μούτρα Βικιλεξικό
- Πονούσε στο γόνατο, πλακώθηκε στα παυσίπονα και κατέληξε στο νοσοκομείο με δηλητηρίαση.
Ετυμολογία
πλακώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος πλακώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →