Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλανητάρχης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καταχρηστικάο εκάστοτε πρόεδρος των ΗΠΑ, μετά τη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ. Βικιλεξικό
    • Σήμερα ο πρόεδρος Bush (υιός), ως πλανητάρχης πλέον, προσπαθεί να κλείσει όλα τα μέτωπα, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό. (Μάνος Μάρκογλου, Η Αμερική όπως την είδα, εκδ. Παπαζήση, 2005, σελ. 28)
  2. κατ’ επέκτασηκάποιος που θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρός Βικιλεξικό
    • Μόνο διαταγές ξέρει να δίνει ο πλανητάρχης για να κάνει το κομμάτι του, σκυλόβριζε μέσα του ο Ιάκωβος. (Μάρω Δούκα, Ουράνια μηχανική, εκδ. Κέδρος, 1999, σελ. 460)

Ετυμολογία

πλανητάρχης < πλανήτης + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλανητάρχηςπλανητάρχες
Γενικήπλανητάρχηπλανηταρχών
Αιτιατικήπλανητάρχηπλανητάρχες
Κλητικήπλανητάρχηπλανητάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →