Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλανητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους πλανήτες, αναφέρεται σ’ αυτούς ή ανήκει σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλανητικός < ελληνιστική κοινή πλανητικός < αρχαία ελληνική πλάνης, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική planétaire < λατινικά planeta < αρχαία ελληνικά πλανήτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλανητικόςπλανητικήπλανητικό
Γενικήπλανητικούπλανητικήςπλανητικού
Αιτιατικήπλανητικόπλανητικήπλανητικό
Κλητικήπλανητικέπλανητικήπλανητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλανητικοίπλανητικέςπλανητικά
Γενικήπλανητικώνπλανητικώνπλανητικών
Αιτιατικήπλανητικούςπλανητικέςπλανητικά
Κλητικήπλανητικοίπλανητικέςπλανητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →